HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακριμάτιστος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

που δεν έχει κάνει κρίματα, λάθη ή αμαρτίες ή δεν είναι δυνατόν να του καταλογιστούν

literary

Παραδείγματα

“Βιτσέντζος είν' ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος, / που να βρεθεί ακριμάτιστος, σα θα τον πάρει ο Χάρος. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Ε, 1535-1536)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακριμάτιστος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course