Meaning of ακριβοπληρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
- θα ακριβοπληρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακριβοπληρώνω
- να ακριβοπληρώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.