Meaning of ακοιλωματικός | Babel Free
/a.ci.lo.ma.tiˈkos/Ορισμοί
ασπόνδυλος οργανισμός που στερείται σωματικής κοιλότητας, όπως τα κοιλεντερωτά, οι πλατυέλμινθες (<ἕλμινς), τα νηματώδη
Παραδείγματα
“※ Ζώα στα οποία δεν υπάρχει χώρος ανάμεσα στο^([sic]) πεπτικό σωλήνα και στο σωματικό τοίχωμα (ακοιλωματικά).”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.