HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ακοίταχτος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. αφρόντιστος, που δεν έχει πάει σε ειδικό (συνήθως εννοούμενο τον γιατρό) να τον κοιτάξει για να διαπιστώσει τι του συμβαίνει
  2. για πράγμα που κάποιος παρέλειψε να ελέγξει ενώ θα έπρεπε

Ισοδύναμα

22 more languages
العربيةملقىمهمل
Azərbaycan dilibaxımsıznəzarətsiz
Беларускаязакінуты
Češtinazanedbaný
Esperantoneglektata
עבריתעזוב
Bahasa Indonesiacapaktelantarterabaikan
Svenskaeftersatt
Türkçebakımsız

Παραδείγματα

“αρρώστησε γιατί φρόντιζε τα παιδιά της και η ίδια έμενε ακοίταχτη”
“Πολλά χειρόγραφα έμειναν ακοίταχτα και είχαν παραλείψεις”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ακοίταχτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free