HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακοίταχτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. αφρόντιστος, που δεν έχει πάει σε ειδικό (συνήθως εννοούμενο τον γιατρό) να τον κοιτάξει για να διαπιστώσει τι του συμβαίνει
  2. για πράγμα που κάποιος παρέλειψε να ελέγξει ενώ θα έπρεπε

Παραδείγματα

“αρρώστησε γιατί φρόντιζε τα παιδιά της και η ίδια έμενε ακοίταχτη”
“Πολλά χειρόγραφα έμειναν ακοίταχτα και είχαν παραλείψεις”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακοίταχτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course