Meaning of ακηδεμόνευτος | Babel Free
/a.ci.ðeˈmo.ne.ftos/Ορισμοί
- που δεν κηδεμονεύεται, που δεν βρίσκεται υπό κηδεμονία
-
που μπορεί να παίρνει μόνος του τις αποφάσεις που τον αφορούν χωρίς να ακολουθεί υποδείξεις άλλων offensive
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.