Meaning of ακεταλδεΰδη | Babel Free
Ορισμοί
άχρωμη οργανική ένωση (CH₃CHO) πτητική αλδεΰδη με χαρακτηριστική οσμή, που σχηματίζεται κατά την οξείδωση της αιθανόλης και συμμετέχει σε βιολογικές και χημικές διεργασίες
Ισοδύναμα
English
Acetaldehyde
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.