Meaning of ακαταδεξιά | Babel Free
/a.ka.ta.ðeˈksça/Ορισμοί
η ιδιότητα του ακατάδεχτου, το να μη δέχεται κάποιος κάτι που του προσφέρουν
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η έλλειψη ηθικολογίας του, η ακαταδεξία του για το εντυπωσιακό και για το εμφατικό, ξαναδίνουν σε αυτά τα θέματα, φθαρμένα από τόσους λογοκόπους, μια σφύζουσα επικαιρότητα (Μαργαρίτα Γιουρσενάρ, Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη, 1958, μετάφραση Γ.Π. Σαββίδης)”
“Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου πού πεινάει (Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.