Meaning of ακατέργαστος | Babel Free
/a.kaˈteɾ.ɣa.stos/Ορισμοί
- που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία
-
ακαλλιέργητος, αραφινάριστος figuratively
Παραδείγματα
“στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.