HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακατάληκτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.kaˈta.li.ktos/

Ορισμοί

  1. χωρίς κατάληξη
  2. που χρησιμοποιεί μόνο το θέμα και καμιά άλλη κατάληξη ώστε να σχηματίσει την ονομαστική ενικού
  3. στίχος που έχει τον τελικό πόδα ολόκληρο

Παραδείγματα

“οι λέξεις «χειμών», «ἠχώ» είναι ουσιαστικά ακατάληκτα, ενώ το «ἥρω-ς» είναι καταληκτικό”
“→ χρειάζεται παράδειγμα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακατάληκτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course