Meaning of ακατάληκτος | Babel Free
/a.kaˈta.li.ktos/Ορισμοί
- χωρίς κατάληξη
- που χρησιμοποιεί μόνο το θέμα και καμιά άλλη κατάληξη ώστε να σχηματίσει την ονομαστική ενικού
- στίχος που έχει τον τελικό πόδα ολόκληρο
Παραδείγματα
“οι λέξεις «χειμών», «ἠχώ» είναι ουσιαστικά ακατάληκτα, ενώ το «ἥρω-ς» είναι καταληκτικό”
“→ χρειάζεται παράδειγμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.