Meaning of ακατάδεχτος | Babel Free
/a.kaˈta.ðe.xtos/Ορισμοί
- που δεν καταδέχεται όποιους θεωρεί κατώτερούς του, υπερόπτης
- που δεν δέχεται εύκολα να φιλοξενηθεί ή γενικότερα να εξυπηρετηθεί από άλλους
Παραδείγματα
“Από τότε που παντρεύτηκε τον υπουργό, έγινε ψηλομύτα κι ακατάδεχτη. Δεν ξαναπάτησε στο σπίτι της ξαδέρφης της, ούτε άλλων συγγενών.”
“Μα, δοκιμάστε αυτό το γλυκάκι! Μην είστε ακατάδεχτος!”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.