Meaning of ακανθώδης | Babel Free
/a.kanˈθo.ðis/Ορισμοί
-
που έχει αγκάθια formal
- που μοιάζει με αγκάθι
-
που είναι δύσκολος στην αντιμετώπισή του figuratively
Παραδείγματα
“ακανθώδης θάμνος”
thorny shrub
“οι ακανθώδεις αποφύσεις των οσφυϊκών σπονδύλων”
the spinous processes of the lumbar vertebrae
“ένας ακανθώδης δρόμος”
a dangerous road
“το ασφαλιστικό είναι ένα ακανθώδες ζήτημα για κάθε κυβέρνηση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.