Meaning of αιχμαλωτίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
- θα αιχμαλωτίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αιχμαλωτίζω
- να αιχμαλωτίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.