Meaning of αιφνιδιαστείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
- θα αιφνιδιαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αιφνιδιάζομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.