Meaning of αιφνιδιάσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
- θα αιφνιδιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αιφνιδιάζω
- να αιφνιδιάσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.