HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αιτούμενος | Babel Free

Verb CEFR B2
/eˈtu.me.nos/

Ορισμοί

  1. που ζητείται από κάπου με αίτηση, με επίσημο τρόπο
  2. που ζητεί κάτι για τον ίδιο, που υποβάλλει αίτηση για κάτι (συνώνυμο: ο αιτών)

Παραδείγματα

“Αρνήθηκαν να καταβάλουν το αιτούμενο ποσό επιστροφής.”
“Παρουσίασαν το αιτούμενο έγγραφο με καθυστέρηση 2 μηνών.”
“Δεν έδωσαν την αιτουμένη αποζημίωση και καταφύγαμε εκ νέου στα δικαστήρια.”
“Η αιτούμενη την υποτροφία πρέπει να προσκομίσει και τα απαραίτητα δικαιολογητικά.”
“Ο αιτούμενος άδεια παραμονής, θα πρέπει να...”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αιτούμενος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course