Meaning of αιτούμενος | Babel Free
/eˈtu.me.nos/Ορισμοί
- που ζητείται από κάπου με αίτηση, με επίσημο τρόπο
- που ζητεί κάτι για τον ίδιο, που υποβάλλει αίτηση για κάτι (συνώνυμο: ο αιτών)
Παραδείγματα
“Αρνήθηκαν να καταβάλουν το αιτούμενο ποσό επιστροφής.”
“Παρουσίασαν το αιτούμενο έγγραφο με καθυστέρηση 2 μηνών.”
“Δεν έδωσαν την αιτουμένη αποζημίωση και καταφύγαμε εκ νέου στα δικαστήρια.”
“Η αιτούμενη την υποτροφία πρέπει να προσκομίσει και τα απαραίτητα δικαιολογητικά.”
“Ο αιτούμενος άδεια παραμονής, θα πρέπει να...”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.