αιτιώδης
Ορισμοί
Ισοδύναμα
24 more languages
Българскипричинен
Catalàcausal
Magyarokozó
Հայերենպատճառական
Bahasa Indonesiakausal
Nederlandscausaal
Portuguêscausal
Русскийкаузальныйкауза́льныйкаузати́вкаузативныйкаузати́вный зало́гпобуди́тельный зало́гпонуди́тельный зало́гпричинно-следственныйпричинный
Svenskaorsaksmässig
தமிழ்பிறவினை
Παραδείγματα
“Δεν είναι σαφές ποιος παράγοντας έχει τη μεγαλύτερη αιτιώδη σχέση με τα ψυχιατρικά νοσήματα (ποιος είναι η σημαντικότερη αιτία τους)”
“αιτιώδης συνάφεια στο αστικό, ποινικό και δημόσιο δίκαιο”
“αιτιώδης αναγνώριση χρέους και αφηρημένη υπόσχεση χρέους”
“αιτιώδης σύνδεσμος στη νομική ευθύνη”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free