HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αιτιώδης

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
e.tiˈo.ðis

Ορισμοί

  1. που αποδίδει σε κάποιον ή κάτι την ευθύνη ή την υπαιτιότητα για ένα αποτέλεσμα, εκείνος που συνδέει το αιτιατό με την αιτία, ο αιτιακός
  2. που συνδέει μια παράνομη πράξη με την πρόθεση διάπραξής της αλλά και με την επίγνωση του κατηγορουμένου όσον αφορά στις νομικές συνέπειες της πράξης του

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

Δεν είναι σαφές ποιος παράγοντας έχει τη μεγαλύτερη αιτιώδη σχέση με τα ψυχιατρικά νοσήματα (ποιος είναι η σημαντικότερη αιτία τους)”
“αιτιώδης συνάφεια στο αστικό, ποινικό και δημόσιο δίκαιο”
“αιτιώδης αναγνώριση χρέους και αφηρημένη υπόσχεση χρέους”
“αιτιώδης σύνδεσμος στη νομική ευθύνη”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αιτιώδης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free