Meaning of αιτιώδης | Babel Free
/e.tiˈo.ðis/Ορισμοί
- που αποδίδει σε κάποιον ή κάτι την ευθύνη ή την υπαιτιότητα για ένα αποτέλεσμα, εκείνος που συνδέει το αιτιατό με την αιτία, ο αιτιακός
- που συνδέει μια παράνομη πράξη με την πρόθεση διάπραξής της αλλά και με την επίγνωση του κατηγορουμένου όσον αφορά στις νομικές συνέπειες της πράξης του
Παραδείγματα
“Δεν είναι σαφές ποιος παράγοντας έχει τη μεγαλύτερη αιτιώδη σχέση με τα ψυχιατρικά νοσήματα (ποιος είναι η σημαντικότερη αιτία τους)”
“αιτιώδης συνάφεια στο αστικό, ποινικό και δημόσιο δίκαιο”
“αιτιώδης αναγνώριση χρέους και αφηρημένη υπόσχεση χρέους”
“αιτιώδης σύνδεσμος στη νομική ευθύνη”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.