Meaning of αιτιολογικός | Babel Free
/e.ti.o.lo.ʝiˈkos/Ορισμοί
- που αιτιολογεί, που αναφέρει την αιτία ενός γεγονότος, πράξης
- που δηλώνει αιτία
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.