Meaning of αιτιολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
- θα αιτιολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αιτιολογώ
- να αιτιολογήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.