Meaning of αισχρολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
- θα αισχρολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αισχρολογώ
- να αισχρολογήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.