Meaning of αισιόδοξος | Babel Free
/e.siˈo.ðo.ksos/Ορισμοί
- που τρέφει ελπίδες για το μέλλον, που πιστεύει ότι κάποια εξέλιξη θα έχει αίσιο τέλος
- ευνοϊκός, θετικός
Παραδείγματα
“Είμαι γενικά αισιόδοξος.”
I am generally optimistic.
“※ Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία.”
“1996 Χρήστος Κολύβας, Μετανάστες στον άλλο κόσμο, Αληθινές διηγήσεις, εκδ. Καστανιώτη”
“※ Τότε ακόμα, λοιπόν, οι οικονομολόγοι μπορούσαν να διακρίνονται ανάμεσα σε «αισιόδοξους» και «απαισιόδοξους» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε ανεπιφύλακτα «συστημικούς», σε εν δυνάμει «αντισυστημικούς» και σε επιφυλακτικούς αγνωστικιστές. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”
“αισιόδοξες προβλέψεις”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.