HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αισθητική | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/e.sθi.tiˈci/

Ορισμοί

  1. ο κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τα ερωτήματα τα σχετικά με τη φύση του ωραίου
  2. η ιδιαίτερη άποψη για το ωραίο που αποπνέει κάτι
  3. η ενασχόληση με την ομορφιά και την περιποίηση του σώματος (προσώπου, μαλλιών κλπ)

Ισοδύναμα

English aesthetics

Παραδείγματα

“※ Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)”
“η αισθητική του χώρου”
“Ινστιτούτο Αισθητικής”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αισθητική used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course