HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αινιγματικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/[ɛniɣmatiˈkɔs]/

Ορισμοί

  1. σχετικός με ένα αίνιγμα
  2. μυστηριώδης, εκείνος που επίτηδες γίνεται δυσνόητος,ο ασαφής, εκείνος που δημιουργεί ερωτηματικά, αυτό που δεν εξηγείται μόνο με ένα τρόπο

Παραδείγματα

“Σήμερα είσαι πολύ «αινιγματικός», όλο με διφορούμενα μιλάς”
“Ο Κώστας είναι «αινιγματική» φυσιογνωμία (κανείς δεν ξέρει πολλά γι' αυτόν)”
“Το «αινιγματικό χαμόγελο της Τζιοκόντα» και «Η σιωπή σου είναι αινιγματική» (κάτι που ερμηνεύεται με πολλους και ποικίλους τρόπους)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αινιγματικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course