Meaning of αινιγματικός | Babel Free
/[ɛniɣmatiˈkɔs]/Ορισμοί
- σχετικός με ένα αίνιγμα
- μυστηριώδης, εκείνος που επίτηδες γίνεται δυσνόητος,ο ασαφής, εκείνος που δημιουργεί ερωτηματικά, αυτό που δεν εξηγείται μόνο με ένα τρόπο
Παραδείγματα
“Σήμερα είσαι πολύ «αινιγματικός», όλο με διφορούμενα μιλάς”
“Ο Κώστας είναι «αινιγματική» φυσιογνωμία (κανείς δεν ξέρει πολλά γι' αυτόν)”
“Το «αινιγματικό χαμόγελο της Τζιοκόντα» και «Η σιωπή σου είναι αινιγματική» (κάτι που ερμηνεύεται με πολλους και ποικίλους τρόπους)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.