Meaning of αιμοφιλία | Babel Free
/e.mo.fiˈli.a/Ορισμοί
κληρονομική πάθηση κυρίως των ανδρών που χαρακτηρίζεται από συχνές αιμορραγίες (εξαιτίας ακόμη και μικροτραυματισμών), οι οποίες οφείλονται σε διαταραχές της πήξης του αίματος
Ισοδύναμα
English
haemophilia
Παραδείγματα
“ο τσάρεβιτς Αλέξιος έπασχε από αιμοφιλία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.