HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αιμοφιλία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
e.mo.fiˈli.a

Ορισμοί

κληρονομική πάθηση κυρίως των ανδρών που χαρακτηρίζεται από συχνές αιμορραγίες (εξαιτίας ακόμη και μικροτραυματισμών), οι οποίες οφείλονται σε διαταραχές της πήξης του αίματος

Ισοδύναμα

Españolhemofilia
Françaishémophilie
17 more languages

Παραδείγματα

“ο τσάρεβιτς Αλέξιος έπασχε από αιμοφιλία”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αιμοφιλία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free