HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αιμολακρία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/e.mo.laˈkri.a/

Ορισμοί

σπάνια ιατρική κατάσταση κατά την οποία τα δάκρυα ενός ατόμου περιέχουν αίμα

rare

Ισοδύναμα

English haemolacria

Παραδείγματα

“※ Μια μοναδική περίπτωση ενός άνδρα που πήγε στο νοσοκομείο επειδή, όταν έκλαιγε, έβγαζε αίμα και από τα δύο του μάτια, αποκάλυψαν γιατροί στην Ιταλία. Ο 52χρονος άνδρας, το όνομα του οποίου δεν έχει γίνει γνωστό, δεν είχε τραυματιστεί στο πρόσωπο του και δεν πονούσε, αλλά ξαφνικά άρχισε να βγάζει αίμα από τα μάτια του. Μετά από προσεκτική εξέταση, οι γιατροί ανακάλυψαν πως είχε αιμολακρία, μια σπάνια ασθένεια που κάνει τους ανθρώπους να παράγουν δάκρυα που περιέχουν αίμα. (www.iefimerida.gr, 02.11.2018)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αιμολακρία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course