Meaning of αιματολογία | Babel Free
/e.ma.to.loˈʝi.a/Ορισμοί
κλάδος της ιατρικής ο οποίος ασχολείται με την μελέτη, την διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων του αίματος.
Ισοδύναμα
English
haematology
Παραδείγματα
“Μετά την αποφοίτηση της σχολής του ειδικεύτηκε στη γενική αιματολογία.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.