Meaning of αιγυπτιακός | Babel Free
/e.ʝi.pti.aˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την Αίγυπτο
- που σχετίζεται με τους αρχαίους χρόνους της Αιγύπτου
- αιγυπτιακά, αιγυπτιακή: η γλώσσα των Αιγύπτιων
Ισοδύναμα
English
Egyptian
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.