Meaning of αιγαιόγλαρος | Babel Free
/e.ʝeˈo.ɣla.ɾos/Ορισμοί
θαλάσσιο πτηνό της οικογένειας των Λαριδών (Ichthyaetus audouinii), ενδημικό της Μεσογείου, που απαντά κυρίως στο Αιγαίο και αναγνωρίζεται από το έντονα κόκκινο ράμφος με μαύρη άκρη και τα σκουρόχρωμα πόδια του, ενώ φωλιάζει σε απόμερες νησίδες και τρέφεται κυρίως με ψάρια
Ισοδύναμα
English
Audouin's gull
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.