Meaning of αθροιστικός | Babel Free
/a.θɾi.stiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με την άθροιση
- περιληπτικός
Παραδείγματα
“αθροιστική μηχανή”
adding machine
“αθροιστικό λάθος”
“αθροιστικό ή περιληπτικό ουσιαστικό”
“το αθροιστικό πρόθημα ἁ- της αρχαίας ελληνικής”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.