HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αθιβολή | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. αμφιβολία
    dated
  2. σκέψη, κουβέντα, συζήτηση
    Cretan

Παραδείγματα

“※ αθιβολή δεν είχανε κι αθιβολή τους παίρνει για τς όμορφες , για τς άσχημες και για τις τιμημένες. Ο 'νας παινάει την μάνα του κι άλλος την ξαδερφή του, αρχίνησε κι ο Μαυριανός, παινάει την αδερφή του (Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Χάρης Πάτσης, 1995, σελ. 275)”
“※ Για να δεθεί βαθύτερα και η δική της η ανάμνηση μέσα στο δικό τους το μυαλό , για ν' ανανεώνεται η αθιβολή της στις κουβέντες που θα έκαναν στο μέλλον , για να την ταξιδεύουνε μαζί τους όπου κι αν πηγαίνανε να ζήσουν. (Ρέα Γαλανάκη, Η Άκρα Ταπείνωση, εκδ. Καστανιώτη, 2015)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αθιβολή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course