Meaning of αζευγάρωτος | Babel Free
Ορισμοί
-
που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ζευγαρώσει vulgar
- που δεν (μπορεί να) αποτελεί ζευγάρι με κάποιο(ν) άλλο(ν)
- που δεν έχει (ή δεν μπορεί) να οργωθεί
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.