Meaning of αζεοτροπικός | Babel Free
Ορισμοί
χημικός όρος που χαρακτηρίζει μείγμα δύο ή περισσότερων υγρών, το οποίο βράζει σε σταθερή θερμοκρασία χωρίς μεταβολή της σύστασής του στον ατμό που παράγεται
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.