αερόστατο
Ορισμοί
πτητική συσκευή που μπορεί να αιωρείται στον αέρα. Αποτελείται από ένα μπαλόνι γεμάτο με θερμό αέρα ή με ένα ελαφρύ αέριο (υδρογόνο ή ήλιο) κι ένα εξάρτημα σαν μεγάλο καλάθι που κρεμιέται από το μπαλόνι, για τη μεταφορά επιβατών ή φορτίων
Ισοδύναμα
33 more languages
Afrikaanswarmlugballon
العربيةمنطاد
Češtinabalón
Ελληνικάμπαλόνι
Esperantoaerostato
Eestikuumaõhupall
עבריתכדור פורח
हिन्दीगुब्बारा
Հայերենօդապարիկ
Íslenskaloftbelgur
ភាសាខ្មែរបាឡុង
Kurdîbalon
Македонскиаеростат
Românăbalon cu aer cald
ไทยบัลลูน
Παραδείγματα
“※ Ήταν ο καιρός που εγίνονταν οι πρώτες προσπάθειες κατασκευής του πρώτου αερόστατου, που μας έμεινε στην ιστορία σαν το αερόστατο του Μογκολφιέρου. (Έλλη Αλεξίου (1955) Ιούλιος Βερν [δοκίμιο])”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free