Meaning of αερόθερμο | Babel Free
Ορισμοί
συσκευή θέρμανσης που λειτουργεί προκαλώντας την κυκλοφορία ζεστού αέρα
Παραδείγματα
“※ Μη με μαλώσεις, μπαμπά, κρύωνα κι έβαλα στο ρεύμα λίγο το αερόθερμο να ζεστάνει το δωμάτιο. (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Το ημερολόγιο ενός ανέργου: 155+1 αληθινές ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.