HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αεροπορία | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. το σύνολο των ανθρώπων, τεχνικών μέσων και δομών που αφορούν στη μετακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων στον αέρα
  2. η Πολεμική Αεροπορία
    especially
  3. λέξη που συμπεριλαμβάνεται στην ονομασία μιας εταιρείας αερομεταφορών

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Υπουργείο Αεροπορίας (Ministry of Aviation)”
“Ελληνική Πολεμική Αεροπορία (Greek Air Force)”
“Αεροπορία Στρατού: μονάδες ελικοπτέρων που ανήκουν στο Στρατό Ξηράς”
“η Ολυμπιακή Αεροπορία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αεροπορία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course