Meaning of αεροπλανοφόρο | Babel Free
/a.e.ɾo.pla.noˈfo.ɾo/Ορισμοί
ειδικό πολεμικό πλοίο που μεταφέρει αεροπλάνα και διαθέτει κατάλληλο κατάστρωμα για προσνήωση και απονήωση αεροσκαφών
Ισοδύναμα
English
aircraft carrier
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.