Meaning of αεριστήρας | Babel Free
/a.e.ɾiˈsti.ɾas/Ορισμοί
- εξάρτημα ή μηχάνημα που διευκολύνει τον αερισμό, τη διέλευση του αέρα· που συμβάλλει στην ανάμειξη του αέρα με μια ουσία, όπως το χώμα ή κάποιο υγρό.
- ανεμιστήρας, βαντιλατέρ
Παραδείγματα
“αεριστήρας γκαζόν, αεριστήρας κρασιού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.