Meaning of αεριοποιητής | Babel Free
/a.e.ɾi.o.pi.iˈtis/Ορισμοί
συσκευή ή μηχάνημα που συμβάλλει στη μετατροπή ενός στερεού ή υγρού σε αέριο
Παραδείγματα
“Παράλληλα, εφαρμόσθηκε πρόγραμμα συνεχούς παρακολούθησης των θερμοκρασιών της περιοχής σε 24ωρη βάση, με την εγκατάσταση τοπικών θερμοστοιχείων και χρήση θερμοκαμερών, ενώ έχει προβλεφθεί η άμεση διακοπή της λειτουργίας του αεριοποιητή σε περίπτωση που αυτό απαιτηθεί. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.