HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδρενεργικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. ιδιότητα φαρμακευτικού σκευάσματος που έχει τη λειτουργία της αδρεναλίνης
  2. που προκαλεί την έκλυση αδρεναλίνης

Παραδείγματα

“※ Η φαινυλεφρίνη είναι ένας α - αδρενεργικός αγωνιστής που προκαλεί αγγειοσύσπαση και σύσπαση του σπλήνα , διευκολύνοντας έτσι την απελευθέρωση του παχέος εντέρου (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2009, σελ. 532)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδρενεργικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course