HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αδράνεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
aˈðɾa.ni.a

Ορισμοί

  1. το να έχει παραμείνει κάποιος (ή κάτι) αδρανής επί ένα ορισμένο διάστημα
  2. η ακινησία, η έλλειψη διάθεσης για ενέργεια, δράση
  3. η ιδιότητα των σωμάτων να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε μεταβολή της κινητικής τους κατάστασης

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“Μετά από αιώνες αδράνειας το ηφαίστειο ξέσπασε και πάλι.”

After centuries of inactivity the volcano erupted again.

“μετά από αιώνες αδράνειας το ηφαίστειο άρχισε πάλι να εκτοξεύει θερμά αέρια και στάχτη”
“η αδράνεια αυτού του ανθρώπου, τη στιγμή που αντιμετωπίζει τόσο πιεστικές ανάγκες, είναι ανεξήγητη”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδράνεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free