HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδικαιολόγητος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

  1. που δεν έχει δικαιολογία και άρα δε συγχωρείται
  2. που δεν έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι ακατανόητος ή θεωρείται άδικος

Παραδείγματα

“Τα συνδικάτα είναι σε απεργία για τις αδικαιολόγητες περικοπές μισθών.”

Trade unions are on strike against unjustified pay cuts.

“Αδικαιολόγητη αεροπορική επιδρομή σκοτώνει 27 πολίτες.”

Unjustifiable airstrike kills 27 civilians.

“Έχω θυμώσει πολύ μαζί σου! Είσαι τελείως αδικαιολόγητος που μας έστησες χτες βράδυ!”
“όποιος ξεπεράσει τις 50 αδικαιολόγητες απουσίες μένει στην ίδια τάξη”
“αδικαιολόγητη η ανησυχία για νέο σεισμό, λένε οι επιστήμονες”
“αδικαιολόγητη επίθεση από άγνωστο μέρα μεσημέρι”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδικαιολόγητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course