HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδιακώλυτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

απαρεμπόδιστος

archaic

Παραδείγματα

“Η άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, η κατασκήνωση, η διανυκτέρευση, (…) υποβάλλεται, ως προς το είδος τον τόπο τον χρόνο και τη διάρκειά τους σε περιορισμούς οι οποίοι εξασφαλίζουν την αδιακώλυτη άσκηση του μοναχικού βίου και της θείας λατρείας. (Νόμος 2351/95)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδιακώλυτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course