HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδιακρισία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του αδιάκριτου, η έλλειψη διακριτικότητας
  2. ενέργεια ή λόγος που παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή ενός άλλου ανθρώπου και δείχνει έλλειψη διακριτικότητας

Ισοδύναμα

English Indiscretion

Παραδείγματα

“※ Το θεωρούσε πάντα αδιακρισία να μου βάζει ερωτήματα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδιακρισία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course