αδιάβαστος
Ορισμοί
- που δεν έχει διαβάσει, δεν έχει μελετήσει κάτι
-
που δεν γνωρίζει κάτι broadly
- που δεν το έχουν διαβάσει, δεν το έχουν μελετήσει
- που δεν μπορείς να τον διαβάσεις, εξαιρετικά δυσανάγνωστος
- που δεν τον «έχουν διαβάσει», που δεν εκφωνήθηκαν (διάβαστηκαν) για αυτόν οι αρμόζουσες ευχές από ιερέα (για ασθενείς ή νεκρούς, αλλά και σε πρόσωπα που αντιμετωπίζουν διάφορα, ψυχολογικά κυρίως, προβλήματα)
Ισοδύναμα
19 more languages
Češtinanečitelný
Ελληνικάδυσανάγνωστος
Galegoilexible
Magyarolvasatlan
Latinaillectus
Türkçeokunaksız
Українськанерозбірливий
Παραδείγματα
“Πάλι πήγε στο σχολείο ο Γιώργος αδιάβαστος.”
“≈ συνώνυμα: αμελέτητος”
“≠ αντώνυμα: διαβασμένος, μελετημένος”
“Μου έκανε μια ξαφνική ερώτηση και με έπιασε αδιάβαστο.”
“≈ συνώνυμα: αμαθής, άσχετος”
“※ Στο γράψιμο του Μακρυγιάννη, που είναι αδιάβαστο για τον απροειδοποίητο αναγνώστη, συλλαβίζεις, πολύ περισσότερο από τις λέξεις, την επίμονη βούληση του συγγραφέα να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του. (Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές (1944, 1992) [δοκίμια])”
“Πήγε αδιάβαστος εκεί στην ξενιτιά, ούτ' ένα λουλούδι στον τάφο του, ούτ' ένα καντήλι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free