Meaning of αδιάβαστος | Babel Free
/aˈðʝa.va.stos/Ορισμοί
- που δεν έχει διαβάσει, δεν έχει μελετήσει κάτι
-
που δεν γνωρίζει κάτι broadly
- που δεν το έχουν διαβάσει, δεν το έχουν μελετήσει
- που δεν μπορείς να τον διαβάσεις, εξαιρετικά δυσανάγνωστος
- που δεν τον «έχουν διαβάσει», που δεν εκφωνήθηκαν (διάβαστηκαν) για αυτόν οι αρμόζουσες ευχές από ιερέα (για ασθενείς ή νεκρούς, αλλά και σε πρόσωπα που αντιμετωπίζουν διάφορα, ψυχολογικά κυρίως, προβλήματα)
Παραδείγματα
“Πάλι πήγε στο σχολείο ο Γιώργος αδιάβαστος.”
“≈ συνώνυμα: αμελέτητος”
“≠ αντώνυμα: διαβασμένος, μελετημένος”
“Μου έκανε μια ξαφνική ερώτηση και με έπιασε αδιάβαστο.”
“≈ συνώνυμα: αμαθής, άσχετος”
“※ Στο γράψιμο του Μακρυγιάννη, που είναι αδιάβαστο για τον απροειδοποίητο αναγνώστη, συλλαβίζεις, πολύ περισσότερο από τις λέξεις, την επίμονη βούληση του συγγραφέα να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του. (Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές (1944, 1992) [δοκίμια])”
“Πήγε αδιάβαστος εκεί στην ξενιτιά, ούτ' ένα λουλούδι στον τάφο του, ούτ' ένα καντήλι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.