Meaning of αδελφικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αναφέρεται στον αδελφό ή την αδελφή
- που αναφέρεται σε ανθρώπους της ίδιας φυλής, έθνους κ.λπ.
- που μοιάζει με τη σχέση που συνδέει δύο αδέλφια, ένθερμος, αγνός
Ισοδύναμα
English
Fraternal
Παραδείγματα
“αδελφική αγάπη”
brotherly love
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.