HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αδελφικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται στον αδελφό ή την αδελφή
  2. που αναφέρεται σε ανθρώπους της ίδιας φυλής, έθνους κ.λπ.
  3. που μοιάζει με τη σχέση που συνδέει δύο αδέλφια, ένθερμος, αγνός

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“αδελφική αγάπη”

brotherly love

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδελφικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free