HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδαημοσύνη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2

Ορισμοί

το να είναι κάποιος αδαής, να μην γνωρίζει κάτι ή να μην έχει πείρα

formal

Παραδείγματα

“Ποτέ άλλοτε δεν είχε συμβεί, μέσα σε δύο χρόνια ένα διαχειρίσιμο χρέος μιας χώρας να μετατραπεί μέσα από αστοχίες, αδαημοσύνες, αγνωσίες, ανεπάρκειες, παραλείψεις, εσωκομματικές έριδες, ολιγότητες, ανασφάλειες, παλινωδίες σε χρεοκοπικό εφιάλτη!!! (εφημερίδα Η φωνή της Κορινθίας, 15-12-2011, σελ. 2)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδαημοσύνη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course