Meaning of αγωνίζομαι | Babel Free
/a.ɣoˈni.zo.me/Ορισμοί
- ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο
- συμμετέχω σε αγώνα
- προσπαθώ σκληρά να αποδυναμώσω κάποιον ή κάτι
Παραδείγματα
“Αγωνίστηκε να σώσει το σπίτι του, αλλά τελικά του το κατάσχεσαν”
“Είναι δίκαια κορυφαίος. Αγωνίστηκε πολύ σκληρά για να φτάσει εκεί.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.