Meaning of αγρόκτημα | Babel Free
/aˈɣɾoktima/Ορισμοί
ιδιόκτητη καλλιεργήσιμη έκταση, οργανωμένη και εξοπλισμένη κατάλληλα
Ισοδύναμα
English
farm
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: υποστατικό, φάρμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.