αγρωστώδη
Ορισμοί
ταξινομικός όρος - οικογένεια: φυτά με καλαμώδη, συνήθως κοίλο βλαστό που φέρει κόμβους και στην οποία ανήκουν τα δημητριακά και άλλα φυτά (σιτάρι, βρόμη, κριθάρι, ρύζι, ζαχαροκάλαμο, καλαμπόκι, σόργο κ.λπ.)
Ισοδύναμα
1 more languages
Türkçebuğdaygiller
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free