Meaning of αγρονόμος | Babel Free
/a.ɣɾoˈno.mos/Ορισμοί
- επιστήμονας της αγροτικής παραγωγής, με ειδίκευση στην αγρονομία
- βαθμοφόρος της αγροφυλακής· πρόσωπο υπεύθυνο για την επιτήρηση των αγροτικών κτημάτων
Ισοδύναμα
English
agronomist
Παραδείγματα
“αγρονόμος τοπογράφος, αγρονόμος μηχανικός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.