Meaning of αγριόχορτο | Babel Free
Ορισμοί
- : άγριο χόρτο που φυτρώνει μόνο του στη φύση, χωρίς να το έχει καλλιεργήσει ο άνθρωπος
- το ζιζάνιο
- βρώσιμο χορταρικό γνωστό και ως στριφτούλι
Ισοδύναμα
English
Weed
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.